Άννα Διαμαντοπούλου

Switch to desktop Register Login

Ομιλία
Άννας Διαμαντοπούλου
σε συζήτηση που διοργάνωσαν η Ελληνική Πανεπιστημιακή Ένωση Ευρωπαϊκών Σπουδών και το Ευρωπαϊκό Κέντρο Αριστείας του Πανεπιστημίου Αθηνών, στο ΕΒΕΑ στις 12/05/2014 με θέμα:

«Το μέλλον της Ευρώπης»

Καταρχάς, νομίζω ότι έχει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον η σημερινή εκδήλωση του Πανεπιστημίου, εάν σκεφτούμε ότι τα τελευταία τουλάχιστον 15 χρόνια είναι σχεδόν αδύνατο το πανεπιστήμιο να καλέσει πολιτικούς για να γίνει συζήτηση. Επομένως από μόνο του είναι κάτι πολύ ουσιαστικό .

Ο τίτλος της συζήτησης μας σήμερα είναι: «Για το μέλλον της Ευρώπης», και κάθε φορά που ακούω για το μέλλον, μου έρχεται στο μυαλό μια παροιμία που λέει: «κάνε με προφήτη να σε κάνω βασιλιά». Ιδίως, εάν κάναμε αυτή τη συζήτηση 30 χρόνια πριν, που δεν θα ξέραμε το ρόλο του internet και δεν θα μπορούσαμε ποτέ σήμερα να φανταστούμε ότι μόλις πριν από λίγους μήνες, το ΚΚ στην Κίνα πήρε απόφαση ότι κυρίαρχη προτεραιότητα για την Κίνα είναι οι μεταρρυθμίσεις για το άνοιγμα των αγορών και ότι ο πλέον σημαντικός παράγοντας για την ανάπτυξη της πρώτης φάσης του σοσιαλισμού στην οποία βρίσκεται είναι η ελεύθερη αγορά. Μπορούμε να κατανοήσουμε ότι είναι τέτοιες οι αλλαγές που έρχονται που πολύ δύσκολα κάποιος μπορεί να φανταστεί πως θα είναι 20 χρόνια ή 30 χρόνια μετά ο κόσμος. Αυτό, όμως, που μπορούμε να κάνουμε είναι να δούμε εμείς τι θέλουμε. Πώς θα θέλαμε την Ευρώπη, λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα και βέβαια να δούμε ποια είναι η αφετηρία μας, τι έγινε ως τώρα, τι θέλουμε για μετά και πού βρισκόμαστε σήμερα.

Έτσι θα ήθελα με λίγα λόγια να πω τι ήταν η Ευρώπη.

Ας ξεκινήσουμε από το τι ήταν τα 60 χρόνια Ευρώπης ως τώρα. Ένα μοναδικό πραγματικά πείραμα στην ανθρώπινη πολιτική ιστορία. Ήταν μια ιστορία ειρήνης σε μια ήπειρο η οποία ήταν ιστορικά ένα θέατρο πολέμου συνεχώς. Ήταν 60 χρόνια ευημερίας, ανάπτυξης της ισχυρότερης και μεγαλύτερης μεσαίας τάξης που γνώρισε ποτέ ο κόσμος.

Αναπτύχθηκαν τα κοινωνικά και ατομικά δικαιώματα σε πρωτόγνωρο βαθμό πάλι για την ανθρώπινη ιστορία. Και δημιουργήθηκε αυτό που θα λέγαμε european dream σε σχέση με το american dream, όπου το european dream έχει μια συλλογική διάσταση. Δηλαδή η Ευρώπη ήταν ένα πρότυπο για τις άλλες χώρες, για τα άλλα σημεία του πλανήτη. Για όλα αυτά που σήμαινε το κοινωνικό κράτος, την ευημερία, τη μεσαία τάξη, τη δημοκρατία. Το american dream ήταν το ατομικό όνειρο. Ήταν ο καθένας μόνος του, πως μπορούσε να εξελιχθεί και να αναπτυχθεί. Η Ευρώπη ανέπτυξε το κοινωνικό κράτος που ακόμη και στις πιο δύσκολες στιγμές, ακόμη και σήμερα, στην περίοδο της πιο βαθιάς κρίσης, είναι από τα καλύτερα στον κόσμο. Νομίζω ότι πάνω από την Ευρώπη είναι πια μόνο η Αυστραλία, η Νέα Ζηλανδία, ο Καναδάς και οι πολύ μικρές χώρες που δεν μπορούν να συγκριθούν.

Στην εξωτερική πολιτική είχε επίσης μια ιδιαίτερη προσέγγιση. Η Ευρώπη δεν υπήρξε μια σκληρή δύναμη και από επιλογή και από ανάγκη γιατί δεν μπορούσε να υπάρξει συμφωνία, δεν ανέπτυξε ποτέ ισχυρή εξωτερική πολιτική στη βάση του να χρηματοδοτήσει αμυντικές αγορές, ή το να στείλει στρατό, ή το να φυλάξει σύνορα, ή του να παρέμβει σε κυβερνήσεις ώστε να τις στηρίξει και να επιλέξει καθεστώτα. Όμως έκανε κάτι ακόμη σημαντικό. Είναι αυτό που η ιστορία θα ονομάσει soft power. Το ονομάζαμε soft power, αλλά είναι μια ολόκληρη σχολή, που η Ευρώπη την ξεκίνησε με τη λογική της διεύρυνσης. Από έξι οι χώρες έγιναν 28 χώρες, οι οποίες όμως ενσωματώνονταν σταδιακά με μια πολύ ενδιαφέρουσα μέθοδο. Δηλαδή, δεν έμπαινε μια χώρα μέσα στην Ευρώπη αμέσως. Σιγά – σιγά άλλαζαν οι θεσμοί της, άλλαζε η οικονομία της, άλλαζαν οι λειτουργίες της και ενσωματώνονταν μέσα στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι, έκανε την πολιτική γειτνίασης, με χώρες όπως η Τουρκία και η Ουκρανία, ας μην ξεχνάμε πώς ξεκίνησε η σύγκρουση στην Ουκρανία. Από το ότι η Ουκρανία βρέθηκε στο δίλημμα εάν θα επιλέξει να ενσωματώσει και να υλοποιήσει το ευρωπαϊκό σχέδιο για δημοκρατία, για θεσμούς, για διαφορετική λειτουργία της οικονομίας της, της κοινωνίας των πολιτών, των ατομικών δικαιωμάτων και ανάμεσα στο ρώσικο μοντέλο. Αυτή η προσέγγιση την οποία έκανε στη Βόρειο Αφρική, ας μην ξεχάσουμε, είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα προσέγγιση πως δούλεψε επί χρόνια στη Βόρειο Αφρική και πόσο πέτυχε, αλλά αυτό είναι μια πολύ διαφορετική εξωτερική πολιτική από αυτό που γίνονταν μέχρι τώρα σε παγκόσμιο επίπεδο.

Η Ευρώπη παρά το ότι δεν ήταν η ισχυρότερη δύναμη στον κόσμο είχε το μεγαλύτερο ποσοστό αναπτυξιακής βοήθειας σταθερά επί 30 χρόνια στον κόσμο. όπου υπήρχε πρόβλημα η Ευρώπη ήταν η πρώτη χώρα η οποία παρενέβαινε.

Αυτή βεβαίως η πραγματικότητα δεν είναι ωραιοποιημένη, γιατί υπήρχαν πάρα πολλά προβλήματα, αλλά είναι ουσιαστικό πάντοτε να βλέπουμε συγκριτικά τα πράγματα και να δούμε συγκριτικά τα επιτεύγματα.

Η Ευρώπη για να τα κάνει αυτά, δημιούργησε ένα δικό της θεσμικό πλαίσιο, πρωτόγνωρο, όπου προσπάθησε να συνδυάσει τα εθνικά κράτη και την εθνική κυριαρχία με την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, δημιουργώντας μια, αυτό που εγώ θα ονόμαζα, ισχυρά αδύναμη γραφειοκρατία. Ήταν μια γραφειοκρατία πάρα πολύ ισχυρή, πάρα πολύ μεγάλη, πάρα πολύ καλή από πλευράς ποιότητας, η οποία μπορούσε πραγματικά να πετύχει θαύματα. Και αδύναμη γιατί αυτή η ισχυρή γραφειοκρατία μπορούσε τελικά να επιβληθεί ελάχιστα και να ελέγξει τα ζητήματα - και είναι ένα από τα στοιχεία που μας οδήγησαν στην κρίση, γιατί αυτά που κοινά αποφασίσαμε, δηλαδή το Σύμφωνο Σταθερότητας και μια σειρά άλλων κανόνων, δεν μπόρεσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και οι μηχανισμοί των Βρυξελλών, να τα ελέγξουν, να τα παρακολουθήσουν, ή να τα επιβάλουν, σύμφωνα με τη συνθήκη.

Από αυτή την Ευρώπη με τα θετικά και τα αρνητικά στοιχεία που όλοι ξέρουμε, φτάσαμε στην κρίση. Θα μπορούσε να μιλάει κανείς πολύ ώρα για το ποιες ήταν οι αιτίες και πώς φτάσαμε στην κρίση. Επιλέγω, να πω δυο τρία πράγματα.

Η Ευρώπη τα τελευταία 20 χρόνια - χωρίς διαφοροποίηση ανάμεσα στα συντηρητικά και στα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα σε όλες τις χώρες - επέλεξε να αποδεχθεί την ελάχιστη ρύθμιση των αγορών. Ξεκινώντας από την Αμερική, το δόγμα έγινε αποδεκτό και στην Ευρώπη, έγινε μια ολόκληρη θεωρία η οποία συνεπήρε σοσιαλδημοκρατικά και συντηρητικά κόμματα, ότι μια καινούργια εποχή ξεκινούσε για τον πλανήτη με την ελευθερία κίνησης των κεφαλαίων. Η ελευθερία των χρηματοπιστωτικών αγορών η οποία έφτασε σε όρια να απειλεί τη δημοκρατία, ήταν μια από τις αιτίες που δημιουργήθηκαν οι φούσκες και που οι φούσκες αυτές χτύπησαν το τραπεζικό σύστημα, χτύπησαν τις ίδιες τις χώρες και οδήγησαν σε φαινόμενα τα οποία αρκετοί είχαν προβλέψει, αλλά κανένας δεν είχε πάρει σοβαρά.

Το δεύτερο σημαντικό στοιχείο είναι η ατελής οργάνωση της ευρωζώνης, η ατελής αρχιτεκτονική του ευρώ για την οποία έχουν ειπωθεί πάρα πολλά.

Το τρίτο ήταν ότι η Ευρώπη δεν μπόρεσε εγκαίρως να προχωρήσει στις μεταρρυθμίσεις στο κοινωνικό κράτος, το οποίο ήταν εμφανές, ακόμη κι αν δεν ενέσκηπτε η κρίση, ότι δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει ούτε το τεράστιο δημογραφικό πρόβλημα της Ευρώπης, αλλά ούτε και την αλλαγή στο μοντέλο παραγωγής και στο μοντέλο εργασίας. Η Ευρώπη συνεχίζει ακόμη και σήμερα με εξαίρεση τη Γερμανία και τις Σκανδιναβικές χώρες, να έχει ένα κοινωνικό μοντέλο το οποίο ανταποκρίνεται σε μια βιομηχανική οργάνωση, όχι σε υπηρεσίες και σε ένα δημογραφικό, το οποίο πραγματικά δεν έχει καμία σχέση με αυτό που ζούμε σήμερα.

Επίσης μέσα στην κρίση είδαμε τη θεσμική κατακρήμνιση της Ευρώπης. Οι θεσμοί της Ευρώπης, κατά την άποψή μου, δεν άντεξαν. Η κοινοτική μέθοδος, όπως αυτή περιγράφεται στη συνθήκη και όπως είναι η βάση με την οποία μπαίνει μια χώρα στην Ευρώπη, δεν λειτούργησε. Αντιθέτως, επικράτησε η διακυβερνητική προσέγγιση και δι’ αυτής η Γερμανία. Γίνεται όλη αυτή η συζήτηση για τη Γερμανία που επιβάλλεται στους άλλους λαούς, για το θέμα της εθνικής κυριαρχίας, αλλά πίσω της όλη αυτή η συζήτηση έχει κάτι πάρα πολύ ουσιαστικό. Το ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν μπόρεσαν να υποστηρίξουν και να εφαρμόσουν τη συνθήκη. Δεν νοείται να αποφασίζει εμφανώς η Γερμανία και η Γαλλία πριν από κάποιο κρίσιμο Συμβούλιο, να ανακοινώνουν την απόφαση στους άλλους, να πηγαίνουν μέσα στο Συμβούλιο, να ψηφίζουν όλοι υπέρ, χωρίς ούτε ένα όχι. Ένα βέτο. Ένα βέτο θα μπορούσε να έχει αλλάξει τα δεδομένα…

Όμως, είναι η εποχή, θυμίζω το 2010, που υπάρχει απόλυτη πλειοψηφία των συντηρητικών κομμάτων και υπάρχουν τρία εκείνη την εποχή σοσιαλιστικά κόμματα. Ένα απ’ αυτά ήταν η Σοσιαλδημοκρατική Κυβέρνηση της Δανίας. Όταν ρώτησα τη Δανέζα Πρωθυπουργό γιατί δεν μπήκε η παραμικρή ένσταση σε ένα σχέδιο που το 2010 ήταν σαφές ότι είχε πολιτικό προσανατολισμό, μου είπε ότι υπήρχε τέτοιος πανικός στον δανέζικο λαό ότι οποιαδήποτε βοήθεια προς το νότο θα απειλούσε τα επιτεύγματα του βορρά, και οι ίδιοι οι πολιτικοί των χωρών αυτών φοβήθηκαν να αντιδράσουν.

Η κρίση και η αντιμετώπιση της κρίσης, έχει σχέδιο και έχει και πολιτικό πρόσημο. Δεν υπάρχει τίποτα που δεν έχει πολιτικό πρόσημο. Και ήταν το πολιτικό πρόσημο των συντηρητικών κομμάτων το 2010 που είχαν την απόλυτη πλειοψηφία και το οποίο στηρίζονταν σε πολύ συγκεκριμένο οικονομικό σχέδιο του Πανεπιστημίου Bocconi, το οποίο είχε παρουσιάσει τη θεωρία της δημοσιονομικής πειθαρχίας με λιτότητα και μετά από την αποκατάσταση της δημοσιονομικής πειθαρχίας να μπει η διαδικασία της ανάπτυξης και της αντιμετώπιση της ανεργίας. Η αντιμετώπιση της κρίσης μέσα από αυτό το σχέδιο έχει και τα θετικά και τα αρνητικά και κανείς δεν πρέπει να μηδενίζει, ώστε να μπορούμε να κάνουμε το επόμενο βήμα. Η αντιμετώπιση της κρίσης είχε και θετικά στοιχεία. Δηλαδή, το ότι δημιουργήθηκαν οι θεσμοί αυτοί που κανένας δεν μπορούσε να φανταστεί ότι θα δημιουργηθούν σε μηδέν χρόνο, ήταν ένα πολύ βαθύ ενοποιητικό στοιχείο της Ευρώπης. Οι θεσμοί, οι μεγάλες αποφάσεις για χρηματοδότηση των χωρών του νότου, το μεταρρυθμιστικό σχέδιο που μπήκε μπροστά σε πολλές χώρες, ήταν θετικά στοιχεία στην αντιμετώπιση της κρίσης. Η οικονομική προσέγγιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας ως κυρίαρχης και μόνης επιλογής, έφερε τα αποτελέσματα που έχουμε μπροστά μας και τα οποία βεβαίως είναι ότι το χρέος σε αντίθεση με το σχεδιασμό, δεν πάει καθόλου καλά. Σε καμία χώρα δεν πάει καλά το σχέδιο. Ούτε βεβαίως στην Ελλάδα, που είναι εκτός από κάθε πρόβλεψη. Όλη η ιστορία με τα ελλείμματα και το πρωτογενές πλεόνασμα, κατά την άποψή μου, είναι πάλι μια λογιστική προσέγγιση και για ακόμη μια φορά, ενώ την έχουμε πάθει με τις λογιστικές προσεγγίσεις, αποδεχόμαστε μια λογιστική προσέγγιση της παρουσίασης του πρωτογενούς πλεονάσματος και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, γιατί βολεύει για τις ευρωεκλογές και στην Ελλάδα, ως ένα θετικό στοιχείο ξεπεράσματος της κρίσης. Όταν δεν λέμε την αλήθεια, τη βρίσκουμε μπροστά μας. Το έχουμε δει πάρα πολλές φορές.

Η ανεργία δεν δείχνει σημάδια υποχώρησης και μάλιστα θέλει πάρα πολλά χρόνια για να φανεί κάποιο σημάδι υποχώρησης και αυτό κινδυνεύει να δημιουργήσει όχι μια, αλλά δυο γενιές εκτός αγοράς εργασίας.

Ποιο είναι το αποτέλεσμα αυτής της προσέγγισης; Βεβαίως θα πει κάποιος το μεγάλο επίτευγμα είναι ότι σώθηκε το ευρώ. Δεν είναι καθόλου δευτερεύον. Είναι πάρα πολύ σημαντικό ότι σώθηκε το ευρώ, γιατί μια κρίση στο ευρώ θα μπορούσε πραγματικά να αλλάξει σελίδα προς το χειρότερο για όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αλλά δεν μπορούμε ως χώρα, ως πολιτικοί, ως ακαδημαϊκοί, να μη βλέπουμε την ανάγκη εμείς να προτείνουμε τις αλλαγές σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Αυτά που γίνονται έχουν ως αποτέλεσμα ο ευρωσκεπτικισμός να φτάσει στα ύψη μαζί με τον αντιευρωπαϊσμό και να έχουμε τη βούληση μερίδας των πολιτών να επιστρέψουν στην ασφάλεια του εθνικού κράτους. Έχει ξαναέρθει στο δημόσιο διάλογο η έννοια της εθνικής κυριαρχίας και της εθνικής ανεξαρτησίας με εξαιρετικά λαϊκιστικό τρόπο, γιατί στην παγκοσμιοποίηση που ζούμε πρέπει να δούμε τι σημαίνει εθνική κυριαρχία.

Κι τίθεται το δίλημμα αν είσαι πιο ισχυρός όταν είσαι μόνος σου, ή εάν είσαι μέσα σε μια συνολικότερη οικογένεια η οποία υποστηρίζει και τα δικά σου συμφέροντα. Φανταστείτε, όμως, την Ελλάδα μόνη της στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου και την Ελλάδα μέσα από την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου μέσα στην απόφαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να βάλει βέτο. Και μια σειρά άλλων πραγμάτων.

Στο σημείο αυτό πρέπει να δούμε πώς πάμε μπροστά.

Θα έλεγα ότι υπάρχουν δυο μεγάλες ενότητες για να πάμε στην επόμενη μέρα. Δυο σχολές σκέψης. Ακαδημαϊκές, πολιτικές, ακόμη και διοικητικές. Η μία λέει «το ευρώ έφτασε ως εδώ». Αρκετά. Δεν μπορεί να πάει παραπέρα. Μας έφερε εδώ που μας έφερε, τώρα πρέπει να διαλυθεί το ευρώ, να αποχωρήσουμε από το ευρώ. Οι χώρες να ξαναγυρίσουν στο εθνικό τους νόμισμα και να υπάρξει μια χαλαρή Ένωση. Υπάρχουν σοβαρές συζητήσεις γι’ αυτό. Στις περισσότερες χώρες υπάρχουν πέρα από τους κλόουν της πολιτικής σκηνής με τις μεγάλες επικοινωνιακές κροτίδες και σοβαρές αναλύσεις, γιατί θα πρέπει να πάμε σε αυτή την κατεύθυνση. Επειδή, εγώ θεωρώ ότι αυτό θα ήταν καταστροφική επιλογή, δεν σταματώ καθόλου και προχωράω στην επόμενη σχολή σκέψης. Η επόμενη σχολή σκέψης λέει «ναι στο ευρώ». Το ευρώ έφερε πολλά θετικά στην Ευρώπη. Σε παγκόσμιο επίπεδο είναι το ισχυρότερο νόμισμα αυτή τη στιγμή. Σε κάθε περίπτωση δεν μπορούμε να κάνουμε πίσω. Έχουμε κάνει μια επιλογή και είμαστε εδώ. Το ευρώ όμως, και η Νομισματική Ένωση δεν μπορεί να συνεχίσει με τον τρόπο που ξέραμε μέχρι σήμερα. Δηλαδή, είναι σαφές ότι θα πρέπει να υπάρξουν σημαντικές αλλαγές.

Ας ξεκινήσω από το σχέδιο εξόδου από την κρίση. Η απάντηση σε αυτό που συμβαίνει σήμερα πρέπει να είναι σαφής και έχουν αναπτυχθεί πολλές ιδέες και προτάσεις στο δημόσιο διάλογο από πανεπιστήμια από οικονομολόγους και πολιτικά κόμματα μέσα στη συζήτηση για τις ευρωεκλογές σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Το είδαμε αυτό όσοι παρακολουθήσαμε το debate των υποψηφίων Προέδρων της Επιτροπής, όσο το πήραμε χαμπάρι, βεβαίως, στην Ελλάδα, γιατί η Ελλάδα λόγω της αδυναμίας, ή της άρνησης του κ. Τσίπρα να συμμετάσχει στο debate, χάνει μια πολύ σημαντική ευκαιρία να έβαζε κάποια ζητήματα στο διάλογο.

Η έξοδος από την κρίση αφορά πολλά ουσιαστικά ζητήματα που έχουν να κάνουν και με την αλλαγή της Ευρώπης. Φυσικά και χρειάζεται δημοσιονομική εξυγίανση και φυσικά χρειάζεται και δημοσιονομική πειθαρχία. Ξέρουμε πολύ καλά ότι όλα είχαν ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Όμως, ιδιαίτερα στην τόσο βαθιά κρίση που ζούμε τώρα, αυτό πρέπει να συνοδευτεί από ένα σχέδιο δημοσίων επενδύσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ήδη από το 2002 υπάρχει ένα πολύ σοβαρό σχέδιο επενδύσεων 15ετούς διάρκειας στην Ευρώπη με συνδυασμό δημοσίων και ιδιωτικών πόρων, που αφορά όλα τα μεγάλα δίκτυα. Σιδηροδρόμων, αυτοκινητοδρόμων, αεροδρομίων, τηλεπικοινωνιών, που θα μπορούσαν πραγματικά να αλλάξουν το τοπίο μέσα από πολύ σημαντικά κονδύλια και δημόσια έργα. Θα έπρεπε να αλλάξει και να δούμε το νέο ρόλο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα έπαιξε πολύ ουσιαστικό ρόλο λόγω της πολιτικής πρωτοβουλίας του Μάριο Ντράγκι, ο οποίος έπαιξε ένα ιστορικό ρόλο που δεν τον έπαιξαν οι πολιτικοί. Αλλά η ίδια η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα πρέπει να μπορέσει να κόβει χρήμα, όπως το κάνει η Αμερικανική Τράπεζα για να αντιμετωπίσει το θέμα της ρευστότητας. Πολλοί λένε ότι το κάνει έμμεσα κλπ. Ναι, το κάνει έμμεσα, αλλά δεν έχει αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της ρευστότητας και όχι μόνο στην Ελλάδα.

Η τραπεζική ενοποίηση με πραγματικούς όρους, η εξασφάλιση των αποταμιεύσεων, αλλά και το λίγο ή πολύ ίδια επιτόκια για όλες τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ώστε να υπάρξει ένας σωστός ανταγωνισμός στην Ευρώπη, σε μια Ευρώπη που οι γερμανικές εταιρείες δανείζονται με 2,5% και οι ελληνικές με 8,5%. Άρα είναι μια πολύ ουσιαστική πολιτική που πρέπει να επιλεγεί, γιατί πραγματικά είναι αδικία από ένα σημείο και μετά να συγκρίνεις νότο και βορρά, όταν έχεις τόσο σοβαρά προβλήματα στο τραπεζικό σύστημα.

Είναι το θέμα του προϋπολογισμού. Απλά να πω ένα νούμερο. Ο προϋπολογισμός της Ευρώπης είναι 1% και των ΗΠΑ είναι 27%. Δηλαδή η αναδιανομή είναι τόσο διαφορετική. Βεβαίως, εκεί έχουμε μια κανονική ομοσπονδία, αλλά είναι πολύ ουσιαστικό να μεγαλώσει ο προϋπολογισμός της Ευρώπης και βεβαίως το θέμα των ισχυρών ευρωπαϊκών θεσμών.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η τελευταία Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχω την αίσθηση ότι υπήρξε η πιο αδύναμη Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Οι Επίτροποι λειτούργησαν περισσότερο ως Διευθυντές των Διευθύνσεών τους και λιγότερο ως πολιτικά πρόσωπα. Και γι’ αυτό έχει ευθύνη και ο Πρόεδρος και η ίδια η Επιτροπή, αλλά βεβαίως και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το οποίο σχεδόν ευνούχισε τους άλλους δυο θεσμούς (Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο). Εν τέλει, ευθύνη έχουν και τα πολιτικά κόμματα που συμμετέχουν στην Ευρώπη, γιατί επαναλαμβάνω, δεν είναι θέμα πολιτικής βούλησης να έχουμε μια ισχυρή Επιτροπή. Το λέει η Συνθήκη.

Το «δικαίωμα πρωτοβουλίας» το έχει μόνο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Είναι, όμως, τώρα πέντε χρόνια που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν έχει ασκήσει το δικαίωμα της πρωτοβουλίας. Αποφασίζουν, στην αρχή η Μέρκελ και ο Σαρκοζί, μετά η Γερμανία μόνη και ερχόταν στο Συμβούλιο η απόφαση τους, το Συμβούλιο κατόπιν αποφάσιζε και η Επιτροπή εκτελούσε. Δηλαδή, έγινε μια αναστροφή της λειτουργίας των ευρωπαϊκών θεσμών.

Υπάρχουν 2 ακόμα σκέψεις όπως η περαιτέρω σύνδεση με τα Εθνικά Κοινοβούλια και η δυνατότητα για άμεση εκλογή του Προέδρου. Βεβαίως, είναι πολύ ενδιαφέρουσες σκέψεις. Πρέπει όμως, να ξεκινήσουμε από το να εφαρμόσουμε τη Συνθήκη και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί να αρθούν στο ύψος του ρόλου τους, ώστε να εκπροσωπούν τα ευρωπαϊκά συμφέροντα συνθέτοντας τα εθνικά. Γιατί αυτό είναι η λογική των ευρωπαϊκών θεσμών.

Η τελευταία παρέμβασή μου στο τι Ευρώπη θα θέλαμε, είναι η δημιουργία της ευρωπαϊκής ταυτότητας ως μια δεύτερη ταυτότητα. Να συνειδητοποιήσουμε μέσα και από γνώση και από βίωμα, ότι είμαστε Έλληνες και Ευρωπαίοι, Γερμανοί και Ευρωπαίοι, Ιταλοί και Ευρωπαίοι.

Εδώ έχουν γίνει πολλές συζητήσεις. Θα σας πω κάτι που το ακούω τα τελευταία 15 χρόνια και για το οποίο δεν μπορεί να υπάρξει συμφωνία επί της αρχής. Να γίνει ένα μικρό βιβλιαράκι που να πάει σε όλα τα σχολεία, σε μια τάξη του Γυμνασίου όλων των χωρών και να είναι το βιβλίο με την ιστορία της Ευρώπης. Τρέμουν όλοι στην ιδέα ότι είναι εφικτό να συμφωνήσουμε στην ιδέα της Ευρώπης. Γιατί δεν είμαστε μόνο εμείς με την Τουρκία που έχουμε προβλήματα. Σκεφτείτε Ουγγαρία, Πολωνία, Αυστρία, Γερμανία, Ιρλανδία, Βρετανία. Εκεί, λοιπόν, αρχίζει ο φόβος. Όμως, είναι πάρα πολύ ουσιαστικό να δούμε και τα επιτεύγματα αυτής της ηπείρου, ως κοινή παρακαταθήκη και να ξεκινήσουμε από την αίσθηση του συν-ανήκειν, γιατί βεβαίως τα πολιτισμικά στοιχεία είναι πολλά, διαφορετικά και ουσιαστικά.

Τελειώνω, λέγοντας ότι συνήθως μιλάμε για περισσότερη ή για λιγότερη Ευρώπη. Δεν ξέρω εάν είναι ποσοτικό το ζήτημα. Κατά την άποψή μου είναι και ποσοτικό. Χρειαζόμαστε περισσότερη Ευρώπη, αλλά σίγουρα καλύτερη και πιο σωστά οργανωμένη και με συγκεκριμένη στόχευση. Όμως, θα πω τρία βασικά πράγματα. Χωρίς Ευρώπη, χωρίς τη μεγάλη Ευρώπη, ακόμη και η Γερμανία δεν θα μπορούσε να είναι μεγάλη δύναμη.

Η Ευρώπη, η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι μια ασπίδα για όλες τις χώρες και πολύ περισσότερο για τις μικρές, για τις αδύναμες.

Δεύτερο. Η Ευρώπη μας δίνει μια πολύ ουσιαστική κοινή βάση που είναι η δημοκρατία, τα κοινωνικά δικαιώματα, τα ατομικά δικαιώματα, η πολιτισμική βάση που έχει να κάνει με την αρχαία Ελλάδα, τη ρωμαϊκή εποχή, το χριστιανισμό, το διαφωτισμό. Αυτό το συναντάς σε όλες τις χώρες της Ευρώπης. Είναι η οικογένεια στην οποία ανήκουμε.

Και το τρίτο και πιο σημαντικό είναι το κοινωνικό κράτος. Το οποίο είναι ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα στην ανθρώπινη ιστορία. Οι σύνταξεις, το σύστημα υγείας, το δημόσιο σύστημα εκπαίδευσης.

Αυτό λοιπόν το θέμα της ασπίδας, της οικογένειας και της κοινής στέγης, είναι τα στοιχεία που θα μπορούσαν να αποτελέσουν ένα ευρωπαϊκό όραμα που θα μπορούσε να απαντήσει στους νέους ανθρώπους, γιατί θέλουμε περισσότερη, αλλά κυρίως γιατί θέλουμε την Ευρώπη.

 

 

Άννα Διαμαντοπούλου, 2012. Το περιεχόμενο χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution-NonCommercial-NoDerivs Greece 3.0

Top Desktop version