ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ ΜΕ
ΣΤΑ SOCIAL MEDIA

Άρθρο Αννας Διαμαντοπούλου στα ΝΕΑ: Να αποδεχτούμε την κληρονομιά αλλά να την υπερβούμε

Άρθρο Αννας Διαμαντοπούλου στα ΝΕΑ: Να αποδεχτούμε την κληρονομιά αλλά να την υπερβούμε

Ο John Maynard Keynes υπήρξε ο οικονομολόγος που σημάδεψε όσο λίγοι τον 20ό αιώνα. Έδρασε σε μια περίοδο βαθιάς αστάθειας: τη Μεγάλη Ύφεση, τη μαζική ανεργία, την κατάρρευση των αγορών και την αδυναμία των κρατών να προστατεύσουν τις κοινωνίες τους. Σε έναν κόσμο όπου κυριαρχούσε η πίστη ότι η αγορά αυτορρυθμίζεται, εκείνος ανέδειξε την ανάγκη για ενεργό δημόσια παρέμβαση, θέτοντας τις βάσεις μιας νέας σχέσης κράτους και οικονομίας.

Η συμβολή του υπήρξε καθοριστική. Νομιμοποίησε τον ρόλο του κράτους στη στήριξη της ζήτησης, στη δημιουργία θέσεων εργασίας και στη σταθεροποίηση των οικονομιών. Πάνω σε αυτή τη λογική οικοδομήθηκε μεταπολεμικά το κοινωνικό κράτος, η πλήρης απασχόληση ως πολιτικός στόχος και μια περίοδος ανάπτυξης με σχετικά περιορισμένες ανισότητες. Η οικονομική πολιτική απέκτησε κοινωνικό πρόσημο και η δημοκρατία ενισχύθηκε μέσα από την υπόσχεση ευημερίας για τους πολλούς. Όλα αυτά βέβαια σε εποχή εθνικών συνόρων και πολιτικών στην οικονομία στη βιομηχανία και στο εμπόριο .

Ωστόσο, αν δούμε τη συμβολή αυτή από τη σκοπιά των σημερινών δεδομένων στην παγκοσμιοποίηση αναδεικνύονται και τα όριά της. Και αυτό δεν είναι απλώς μια ακαδημαϊκή διαπίστωση· αποτέλεσε αντικείμενο έντονης συζήτησης μεταξύ σημαντικών διανοουμένων και πολιτικών στην πρόσφατη συνάντηση των προοδευτικών δυνάμεων στη Βαρκελώνη. Η έμφαση στη διαχείριση της ζήτησης και των οικονομικών κύκλων δεν επαρκεί πλέον για να εξηγήσει –ούτε να αντιμετωπίσει– τη μακροχρόνια δυναμική της ανισότητας και της συγκέντρωσης πλούτου. Στον σύγχρονο καπιταλισμό, οι ανισορροπίες δεν είναι μόνο κυκλικές, αλλά βαθιά δομικές.

Η κλασική εργαλειοθήκη παραμένει αναγκαία, αλλά όχι επαρκής. Οι κρίσεις απαιτούν ακόμη ισχυρή δημόσια παρέμβαση, όμως το μεγάλο ζητούμενο σήμερα είναι η δίκαιη κατανομή του πλούτου, των ευκαιριών και της ισχύος σε έναν κόσμο που αλλάζει ριζικά. Αυτό σημαίνει ότι απαιτούνται συμπληρωματικά εργαλεία: προοδευτική φορολογία που να αγγίζει πραγματικά τον συσσωρευμένο πλούτο, διεθνής συνεργασία σε ένα περιβάλλον ελεύθερης κίνησης κεφαλαίων και νέοι θεσμοί αναδιανομής που να ανταποκρίνονται στις σύγχρονες προκλήσεις.

Μέσα από μια σύγχρονη σοσιαλδημοκρατική ματιά, η συζήτηση διευρύνεται ακόμη περισσότερο. Σήμερα, στο επίκεντρο βρίσκονται ζητήματα που δεν υπήρχαν με την ίδια ένταση στον 20ό αιώνα. Η ενεργειακή αυτοδυναμία και η αντιμετώπιση της ενέργειας ως κοινωνικού αγαθού αποτελούν κρίσιμες παραμέτρους οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής. Η τεχνητή νοημοσύνη και οι ραγδαίες αλλαγές στην αγορά εργασίας επιβάλλουν έναν νέο χάρτη εργασιακών δικαιωμάτων, που θα προστατεύει τον εργαζόμενο σε ένα περιβάλλον αβεβαιότητας και μετάβασης. Και βέβαια, η κλιματική αλλαγή και η πράσινη μετάβαση απαιτούν όχι μόνο επενδύσεις, αλλά και βαθιές αλλαγές στην πολιτική αναδιανομής και στις κοινωνικές προτεραιότητες.

Το ζητούμενο, επομένως, είναι να αποδεχτούμε  την κληρονομιά εκείνης της σκέψης, αλλά να την υπερβούμε δημιουργικά. Να κρατήσουμε τον πυρήνα της –την ενεργή πολιτική, τον ρόλο του κράτους, την προτεραιότητα στην απασχόληση– και να τον εμπλουτίσουμε με νέες απαντήσεις για έναν κόσμο πιο σύνθετο, πιο άνισο και πιο αβέβαιο.

Γιατί τελικά, το διακύβευμα δεν είναι μόνο πώς θα διαχειριστούμε τις κρίσεις, αλλά πώς θα διαμορφώσουμε μια οικονομία που υπηρετεί τη δημοκρατία και την κοινωνική δικαιοσύνη. Με αυτή την έννοια, η διαπίστωση είναι σαφής: η θεωρία του Κέινς είναι και σήμερα σημαντική αλλά όχι επαρκής .