ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ ΜΕ
ΣΤΑ SOCIAL MEDIA

3ο Οικονομικό Συνέδριο της «Ημερησίας»

Α. Διαμαντοπούλου στο Συνέδριο της «Η»: Εχουμε γυναίκες στην κορυφή της βιομηχανίας, του εφοπλισμού και της πολιτικής

Στις μεγάλες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν η ευρωπαϊκή και η ελληνική οικονομία επικεντρώθηκε η Άννα Διαμαντοπούλου, στέλεχος του ΠΑΣΟΚ, πρόεδρος του ΔΙΚΤΥΟΥ και πρώην Επίτροπος της ΕΕ, μιλώντας στο 3ο Οικονομικό Συνέδριο της «Ημερησίας», «Η Ελλάδα του Αύριο – Redefining Growth in Southeastern Europe».

Η κ. Διαμαντοπούλου συμμετείχε στο πάνελ «Βιομηχανία χωρίς σύνορα: Μακεδονία & Θράκη στην επόμενη μέρα», μαζί με την πρόεδρο της ΜΕΒΓΑΛ, Μαίρη Χατζάκου, και την πρόεδρο της ELVIAL, Τάνια Τζίκα.

Ξεκινώντας την τοποθέτησή της, στάθηκε στην ενίσχυση της γυναικείας παρουσίας σε καίριες θέσεις της οικονομικής και πολιτικής ζωής. «Έχουμε γυναίκες στην κορυφή της βιομηχανίας, του εφοπλισμού και της πολιτικής και αυτό δείχνει ότι έχουν αλλάξει πολλά δεδομένα στην Ελλάδα», ανέφερε χαρακτηριστικά.

«Ένα μανιφέστο για την Ευρώπη»

Αναφερόμενη στις εκθέσεις Ντράγκι και Λέτα, η κ. Διαμαντοπούλου υπογράμμισε ότι οι παρεμβάσεις που προτείνονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο συνδέονται άμεσα με τις αναπτυξιακές προοπτικές της Ελλάδας, της Μακεδονίας και της Θράκης.

«Το θέμα της έκθεσης Ντράγκι και της έκθεσης Λέτα το έχουμε δουλέψει πολύ στο ΔΙΚΤΥΟ και το έχουμε παρουσιάσει και με τις επιπτώσεις του στην Ελλάδα. Θεωρώ ότι είναι πραγματικά ένα μανιφέστο για την Ευρώπη. Για να μιλήσουμε για τη Μακεδονία και τη Θράκη και για να μιλήσουμε για την Ελλάδα, προφανώς πρέπει να αλλάξουμε σημαντικά πράγματα στην Ευρώπη», σημείωσε.

Παρουσιάζοντας το μέγεθος του επενδυτικού και τεχνολογικού χάσματος, ανέφερε: «Οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις επενδύουν γύρω στα 270 δισ. ευρώ λιγότερα τον χρόνο από ό,τι οι αμερικανικές, για να δούμε τη σύγκριση, και από τις 50 μεγαλύτερες τεχνολογικές εταιρείες στον κόσμο μόνο τέσσερις είναι ευρωπαϊκές».

Στο ίδιο πλαίσιο, επισήμανε ότι «το ενεργειακό κόστος στις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις είναι δύο και τρεις φορές μεγαλύτερο από ό,τι στις αμερικανικές. Δεν μιλάω για την Κίνα, όπου υπάρχει κρατική παρέμβαση και μπορούν να το ανεβοκατεβάσουν όποτε θέλουν».

Η πρώην Επίτροπος αναφέρθηκε και στα προβλήματα λειτουργίας της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς, συνδέοντάς τα με τη δυνατότητα χρηματοδότησης της βιομηχανίας.

«Οι πολιτικές της Ευρώπης όσον αφορά την ενιαία αγορά έχουν πολύ σημαντικά προβλήματα. Η ενοποίηση της κεφαλαιαγοράς της Ευρώπης και της τραπεζικής αγοράς είναι πάρα πολύ σημαντική για τη βιομηχανία. Έχουμε 22 διαφορετικά συστήματα, τα οποία εμποδίζουν τις επενδύσεις και την ανάπτυξη», τόνισε.

Παράλληλα, επικαλέστηκε την προειδοποίηση της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τις εμπορικές σχέσεις με το Πεκίνο: «Ας κρατήσουμε στο μυαλό μας ότι ένα δισεκατομμύριο την ημέρα είναι το έλλειμμα της Ευρώπης με την Κίνα. Καταλαβαίνουμε ότι το συνολικό τοπίο είναι πάρα πολύ δύσκολο».

Το τεχνολογικό χάσμα

Ως πρώτη μεγάλη ανάγκη για την επόμενη ημέρα η Άννα Διαμαντοπούλου έθεσε την αντιμετώπιση του τεχνολογικού χάσματος, δίνοντας έμφαση στις πατέντες, στην τεχνητή νοημοσύνη και στη σύνδεση των πανεπιστημίων με τη βιομηχανία.

«Οι ανάγκες για να προχωρήσουμε είναι, πρώτον, το τεχνολογικό χάσμα. Εδώ υπάρχουν πολύ συγκεκριμένες προτάσεις που αφορούν και την Ελλάδα: για το θέμα της πατέντας, για τη σύνδεση της βιομηχανίας με την έρευνα και για την επένδυση στο θέμα της τεχνητής νοημοσύνης. Εδώ οι επενδύσεις είναι πολύ διαφορετικές από αυτές που ξέραμε μέχρι τώρα», ανέφερε.

Καθοριστικό ρόλο, όπως είπε, έχει η διασύνδεση του ανθρώπινου κεφαλαίου με τα πανεπιστήμια, αλλά και η δημιουργία συνθηκών που θα κρατούν τους νέους επιστήμονες και τις καινοτόμες επιχειρήσεις στην Ευρώπη.

«Μιλάμε για τη σύνδεση του ανθρώπινου κεφαλαίου, των πανεπιστημίων και για το πώς τους κρατάς εδώ. Τα νούμερα που δείχνουν πώς δημιουργούνται οι startups στην Ευρώπη και πώς, μόλις δημιουργηθούν και ενισχυθούν από την Ευρώπη, ξαφνικά μετακινούνται στις Ηνωμένες Πολιτείες, μας κάνουν να κατανοήσουμε ότι κάτι δεν κάνουμε καλά», σημείωσε.

Η κ. Διαμαντοπούλου συνέδεσε το πρόβλημα και με τη διαφορετική φιλοσοφία χρηματοδότησης που απαιτούν οι νεοφυείς επιχειρήσεις.

«Έχει να κάνει και με τη χρηματοδότηση αυτών των επιχειρήσεων, με το οικοσύστημα χρηματοδότησης. Εδώ ο κεντρικός μοχλός είναι οι τράπεζες, ενώ για τις startups, τις νέες επιχειρήσεις και την καινοτομία δεν είναι οι τράπεζες. Είναι ειδικά venture capitals που ασχολούνται με αυτό. Δεν υπάρχει αυτό το οικοσύστημα ανεπτυγμένο στην Ευρώπη», υπογράμμισε.

Το ενεργειακό κόστος και η απανθρακοποίηση

Δεύτερο μεγάλο ζήτημα για την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα αποτελεί το ενεργειακό κόστος, το οποίο, σύμφωνα με την κ. Διαμαντοπούλου, συνδέεται άμεσα με τον τρόπο λειτουργίας του Χρηματιστηρίου Ενέργειας και την εξάρτηση από το φυσικό αέριο.

«Το ενεργειακό κόστος στην Ευρώπη και ο τρόπος που λειτουργεί το Χρηματιστήριο Ενέργειας καθορίζονται σε μεγάλο βαθμό από το φυσικό αέριο. Το φυσικό αέριο είναι πολύ πιο ακριβό στην Ευρώπη από ό,τι στις Ηνωμένες Πολιτείες. Πρέπει γρήγορα να προχωρήσουμε σε αυτές τις αλλαγές», ανέφερε.

Στο πεδίο της πράσινης μετάβασης, υποστήριξε ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να επιβαρύνει τις δικές της επιχειρήσεις με δισεκατομμύρια ευρώ επενδύσεων και ταυτόχρονα να εισάγει προϊόντα από χώρες που δεν ακολουθούν αντίστοιχους περιβαλλοντικούς κανόνες.

«Στην Ευρώπη έχουμε βάλει ως πρώτη προτεραιότητα το θέμα της κλιματικής αλλαγής, που είναι πολύ σημαντικό. Δεν μπορεί όμως εμείς να μιλάμε για απανθρακοποίηση, να επενδύουν οι επιχειρήσεις μας δισεκατομμύρια στην απανθρακοποίηση και να εισάγουμε προϊόντα τα οποία προέρχονται από χώρες που δεν έχουν απανθρακοποιηθεί, και ιδιαίτερα από την Κίνα», σημείωσε.

Όπως πρόσθεσε, «υπάρχουν οδηγίες που αφορούν το κόστος των μεταφορών στην απανθρακοποίηση, αλλά και το σημείο παραγωγής, όμως δεν εφαρμόζονται με αποτελεσματικό τρόπο. Η εφαρμογή έχει ξεκινήσει πολύ αργά και, αν σκεφτούμε και τη Mercosur, που αφορά τα προϊόντα του Νότου και όχι μόνο τα βιομηχανικά προϊόντα του Βορρά, είναι πολύ σημαντική η ανάγκη αλλαγής».

Το παράδειγμα των ηλεκτρικών αυτοκινήτων

Χαρακτηριστικό των αστοχιών στον σχεδιασμό της ευρωπαϊκής πολιτικής είναι, σύμφωνα με την Άννα Διαμαντοπούλου, το παράδειγμα των ηλεκτρικών αυτοκινήτων.

«Είπε η Ευρώπη ότι το 2035 θα έχει ηλεκτρικά αυτοκίνητα. Δεν προετοίμασε όμως όλη την αλυσίδα, δηλαδή τις μπαταρίες, την αποθήκευση, τους αποθηκευτικούς σταθμούς και τη σύνδεση σε ευρωπαϊκό επίπεδο, και αναγκάστηκε να κάνει πίσω. Η Κίνα, αυτή τη στιγμή, μας έχει ξεπεράσει στο θέμα των ηλεκτρικών αυτοκινήτων», υπογράμμισε.

Όπως εξήγησε, οι ευρωπαϊκοί στόχοι για την πράσινη μετάβαση πρέπει να συνοδεύονται από ολοκληρωμένο βιομηχανικό σχεδιασμό και τις απαραίτητες επενδύσεις σε ολόκληρη την παραγωγική αλυσίδα.

Σε διαφορετική περίπτωση, η Ευρώπη κινδυνεύει να ενισχύει τη ζήτηση για πράσινες τεχνολογίες, χωρίς να διαθέτει τη βιομηχανική βάση που απαιτείται για την παραγωγή τους.

«Στην Ελλάδα όλα πια είναι η λέξη επιδότηση»

Περνώντας στην ελληνική οικονομία και στις προοπτικές της Βόρειας Ελλάδας, η κ. Διαμαντοπούλου υπογράμμισε ότι η περιφερειακή ανάπτυξη δεν μπορεί να προχωρήσει ανεξάρτητα από το συνολικό παραγωγικό σχέδιο της χώρας.

«Επειδή κι εγώ είμαι Βορειοελλαδίτισσα και σε όλα τα χρόνια της πολιτικής μου πορείας ασχολούμαι με το θέμα της Μακεδονίας και της Θράκης, η περιοχή δεν μπορεί να αναπτυχθεί ξέχωρα από ό,τι κάνουμε σε πανελλαδικό επίπεδο», ανέφερε.

Ιδιαίτερα επικριτική εμφανίστηκε απέναντι στην υπερβολική προσήλωση της οικονομικής πολιτικής στις επιδοτήσεις.

«Στην Ελλάδα όλα πια είναι η λέξη επιδότηση. Επιδοτούμε τη βιομηχανία, επιδοτούμε τη μικρή επιχείρηση, επιδοτούμε τον άνεργο, επιδοτούμε τη στέγη, επιδοτούμε τον φοιτητή. Εδώ υπάρχει ανάγκη ουσιαστικών πολιτικών που αλλάζουν τα δεδομένα. Είμαστε σε μια φάση που χρειάζεται αλλαγή σε πολύ μεγάλο βάθος και δεν θα έλεγα ότι γίνονται τέτοιου είδους αλλαγές», τόνισε.

Η κ. Διαμαντοπούλου αναγνώρισε ότι η ελληνική οικονομία έχει απομακρυνθεί από τη βαθιά κρίση της προηγούμενης δεκαετίας, επισήμανε όμως ότι τα διαθέσιμα αναπτυξιακά εργαλεία δεν προχωρούν με την απαιτούμενη ταχύτητα.

«Προφανώς η χώρα έχει βγάλει το κεφάλι της από το νερό, από τη μεγάλη κρίση. Αλλά ο Αναπτυξιακός Νόμος, ο οποίος ξεκίνησε από το 2022, είχε 12 καθεστώτα, δηλαδή 12 διαφορετικά πεδία. Είμαστε στο 2026, τελειώνει το RRF, έχουν προκηρυχθεί τα επτά και δεν έχει εκταμιευθεί ούτε ένα ευρώ», ανέφερε.

Πρόσθεσε, μάλιστα, ότι «όταν είσαι στην κυβέρνηση τα βλέπεις όλα τέλεια και όταν είσαι στην αντιπολίτευση τα βλέπεις όλα χάλια. Δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Το θέμα είναι ότι δεν έχουν προχωρήσει τα εργαλεία που θέλαμε με την ταχύτητα που θα έπρεπε σε μια τέτοια περίοδο».

«Ο σιδηρόδρομος έχει βγει τελείως από το πεδίο»

Ξεχωριστή αναφορά έκανε στις υποδομές και ιδιαίτερα στο σιδηροδρομικό δίκτυο της Βόρειας Ελλάδας, το οποίο θεωρεί απαραίτητο για την ενίσχυση της βιομηχανίας και των εξαγωγών.

«Πόσα χρόνια μιλάμε για το θέμα του σιδηροδρόμου στη Βόρεια Ελλάδα; Οι επενδύσεις σε σχέση με τα οδικά έργα και τους σιδηροδρόμους ήταν 1 προς 15. Τώρα είναι 1 προς 58. Δηλαδή, φαίνεται ότι ο σιδηρόδρομος έχει βγει τελείως από το πεδίο», σημείωσε.

Η κ. Διαμαντοπούλου συνέδεσε άμεσα τη βιομηχανική ανάπτυξη με την ανατροπή των επενδυτικών προτεραιοτήτων στις μεταφορές.

«Εάν θέλουμε να μιλάμε για βιομηχανία, για την περίφημη ιστορία της εσωτερικής μας αγοράς στα Βαλκάνια και για όλη τη σχέση μας με τις εξαγωγές, χωρίς να μιλάμε για ανατροπή των προτεραιοτήτων στις υποδομές και στον σιδηρόδρομο, με τρία λιμάνια στη Βόρεια Ελλάδα, πολύ δύσκολα θα μπορέσουμε να κάνουμε το άλμα που χρειαζόμαστε», υπογράμμισε.

Δυτική Μακεδονία: «Η μετάβαση χρειάζεται χρόνο και σχέδιο»

Στον δεύτερο κύκλο της συζήτησης, η Άννα Διαμαντοπούλου επικεντρώθηκε στην απολιγνιτοποίηση της Δυτικής Μακεδονίας, υπενθυμίζοντας τους προσωπικούς και πολιτικούς δεσμούς της με την περιοχή.

«Να ξεκινήσω λέγοντας ότι είμαι από την Κοζάνη και εκεί εξελέγην για πρώτη φορά. Το θέμα της απολιγνιτοποίησης δεν είναι κάτι που μας παρουσιάστηκε τώρα. Νομίζω ότι τα τελευταία 30 χρόνια συζητάμε για την απολιγνιτοποίηση της περιοχής», ανέφερε.

Όπως διευκρίνισε, η σταδιακή εγκατάλειψη του λιγνίτη είναι αναγκαία, δεν μπορεί όμως να προχωρήσει χωρίς συγκεκριμένο και άμεσα εφαρμόσιμο σχέδιο.

«Είναι σαφές ότι ξέρουμε όλοι πως δεν μπορούμε να συνεχίσουμε με καύσιμο τον άνθρακα ή τον λιγνίτη σε πολύ μεγάλο βάθος χρόνου. Αλλά η οποιαδήποτε μετάβαση χρειάζεται χρόνο και, κυρίως, χρειάζεται σχέδιο. Γιατί, εάν πάρεις την απόφαση σήμερα και πεις ότι το σχέδιο θα είναι για τα επόμενα 15 χρόνια, στον ενδιάμεσο χρόνο θα ερημώσουν περιοχές και θα έχουμε ανθρώπινα και οικονομικά δράματα», προειδοποίησε.

Η πρώην Επίτροπος άσκησε κριτική στην πορεία υλοποίησης του προγράμματος για τη Δυτική Μακεδονία, επισημαίνοντας ότι τα αποτελέσματα παραμένουν περιορισμένα.

«Η απόφαση ήταν να κλείσουν τελείως οι μονάδες και να ανακοινωθεί ένα πρόγραμμα, το οποίο μετά από επτά χρόνια έχει υλοποιηθεί σε ένα πολύ μικρό μέρος του, χωρίς πολύ συγκεκριμένα αποτελέσματα. Υπάρχουν μία ή δύο πολύ μεγάλες επενδύσεις και υπάρχουν τα φωτοβολταϊκά, όπου το 2% της έκτασης της Δυτικής Μακεδονίας υποδέχεται το 25% της παραγωγής ΑΠΕ, χωρίς θέσεις εργασίας», ανέφερε.

«Δεν μπορεί το φυσικό αέριο να καθορίζει τις υψηλότατες τιμές»

Η Άννα Διαμαντοπούλου αναφέρθηκε στη διαφορετική ταχύτητα με την οποία προχωρούν τα κράτη-μέλη της ΕΕ προς την απανθρακοποίηση, επισημαίνοντας ότι η Ελλάδα επέλεξε ένα από τα πιο σύντομα χρονοδιαγράμματα.

Επικαλούμενη εκ νέου την έκθεση Ντράγκι, τόνισε: «Δεν λέει να αλλάξουμε τον τρόπο τιμολόγησης ούτε να καταργήσουμε το Χρηματιστήριο Ενέργειας. Λέει όμως ότι δεν μπορεί το φυσικό αέριο, το οποίο δεν είναι δικός μας ευρωπαϊκός πόρος στο σύνολό του, να καθορίζει τις υψηλότατες τιμές και η Ευρώπη να επενδύει δισεκατομμύρια σε ΑΠΕ, αλλά το αποτέλεσμα των ΑΠΕ να μην το απολαμβάνουν οι βιομηχανίες και οι κάτοικοί της».

Για την Ελλάδα, έθεσε το ζήτημα της αξιοποίησης του λιγνίτη για ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι υψηλές τιμές του φυσικού αερίου.

«Εμείς έχουμε αυτόν τον φυσικό πόρο του λιγνίτη και είμαστε σε μια εποχή πολύ μεγάλης κρίσης, με το φυσικό αέριο σε πολύ υψηλές τιμές. Έχουμε τη δυνατότητα να βάλουμε την πέμπτη μονάδα σε λειτουργία, δηλαδή να χρησιμοποιήσουμε το δικό μας καύσιμο, φυσικά σε συνεργασία με την Ευρώπη και για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, ώστε αυτό να έχει επιπτώσεις στη μείωση της τιμής», σημείωσε.

Όπως πρόσθεσε, «τώρα η τιμή στην Ελλάδα καθορίζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό από το φυσικό αέριο. Το 20% του φυσικού αερίου καθορίζει το 63% των ωρών που λειτουργεί το Χρηματιστήριο Ενέργειας».

Η πρόταση για παράταση λειτουργίας της Πτολεμαΐδας 5

Η κ. Διαμαντοπούλου ζήτησε να εγκαταλειφθούν οι απόλυτες προσεγγίσεις γύρω από την πράσινη μετάβαση και να εξεταστεί η παράταση της λειτουργίας της Πτολεμαΐδας 5 μέσα από συγκεκριμένη συμφωνία με την Ευρωπαϊκή Ένωση.

«Αυτές οι απόλυτες απόψεις, είτε ότι όποιος σας λέει για απανθρακοποίηση σας λέει ψέματα είτε ότι αυτό αποφασίσαμε και τελειώσαμε, πρέπει να τις συζητήσουμε καλύτερα. Δημιουργούνται δράματα στη συγκεκριμένη περιοχή και η πρόταση να δώσουμε μια συγκεκριμένη παράταση στη λειτουργία αυτής της μονάδας, με συγκεκριμένη ευρωπαϊκή συμφωνία, θα δώσει ανάσα και στη δική μας βιομηχανία», υπογράμμισε.

Ως παράδειγμα διαφορετικής αντιμετώπισης του ενεργειακού κόστους παρουσίασε το μοντέλο που ακολούθησε η Ιταλία για τη στήριξη της βιομηχανίας της.

«Η Ιταλία έκανε ένα συγκεκριμένο σχέδιο που αφορά τη βιομηχανία της. Υπάρχει ουσιαστικά, για να το πω με πολύ απλά λόγια, ένα συμβόλαιο ανάμεσα σε δημόσιο φορέα και στη βιομηχανία, ώστε οι επιχειρήσεις να πληρώνουν με συγκεκριμένο και σταθερό τιμολόγιο και, ως ανταπόδοση, να κάνουν επενδύσεις στις ΑΠΕ», εξήγησε.

«Η κάθε χώρα που έχει ένα τέτοιο πρόβλημα δεν περιμένει τις ευρωπαϊκές οδηγίες, ούτε γενικώς και αορίστως, για να αντιμετωπίσει αυτό το ζήτημα», πρόσθεσε.

Συναίνεση και κοινωνικός διάλογος

Για να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά οι συνέπειες της μετάβασης, η Άννα Διαμαντοπούλου έθεσε ως βασική προϋπόθεση τη συνεργασία όλων των εμπλεκόμενων φορέων.

«Αυτή είναι η λογική της συναίνεσης και του κοινωνικού διαλόγου με τους φορείς, με τις Περιφέρειες, με την Αυτοδιοίκηση, με τη βιομηχανία ή τη μικρή επιχείρηση, αλλά και με την αντιπολίτευση, ώστε να βρίσκουμε κάθε φορά τρόπους που έχουν το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα», ανέφερε.

Η πίεση που δέχεται η Δυτική Μακεδονία, όπως εξήγησε, δεν περιορίζεται στην απολιγνιτοποίηση, αλλά επιτείνεται από την κρίση στον κλάδο της γούνας.

«Μιλάμε για μια περιοχή που βρίσκεται σε πάρα πολύ μεγάλη κρίση. Την κρίση αυτή θα την πληρώσουμε, γιατί, αν τη συνδυάσουμε με την κρίση στη γούνα που έχουμε στη Σιάτιστα και στην Καστοριά, λόγω του προβλήματος της Ρωσίας και των κυρώσεων, καταλαβαίνουμε ότι η απώλεια θέσεων εργασίας και προοπτικής είναι πάρα πολύ μεγάλη», τόνισε.

Παρά τις δυσκολίες, η κ. Διαμαντοπούλου επισήμανε ότι η περιοχή διαθέτει σημαντικά αναπτυξιακά πλεονεκτήματα.

«Είναι μια περιοχή που έχει δυναμική, έχει πανεπιστήμιο, έχει φοβερή τεχνογνωσία μέσα από χρόνια βιομηχανικής παραγωγής και έχει την Εγνατία, έχει τη δυνατότητα άμεσης σύνδεσης με το κέντρο που είναι η Θεσσαλονίκη. Χρειάζεται, λοιπόν, μια τομή αυτή τη στιγμή, για την οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση μας δίνει τη δυνατότητα», σημείωσε.

Καταλήγοντας, υπογράμμισε ότι η πρόταση για μια διαφορετική διαχείριση της ενεργειακής μετάβασης είναι εφαρμόσιμη και αφορά συνολικά την ελληνική οικονομία.

«Αυτή η πρόταση δεν είναι ούτε στον αέρα ούτε κάτι που δεν γίνεται. Είναι κάτι που πρέπει να γίνει και αφορά και τη χώρα και τη Δυτική Μακεδονία», κατέληξε η Άννα Διαμαντοπούλου.

Δείτε το πρόγραμμα του 3ου Οικονομικού Συνεδρίου της «Ημερησίας» εδώ
Διαβάστε περισσότερα  στο imerisia.gr