
Η Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας και ο Σύλλογος Γυναικών Ιτιάς συνδιοργάνωσαν την Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου 2025 και ώρα 18:00 την εκδήλωση στην Αίθουσα Πολλαπλών Χρήσεων του Δήμου Φλώρινας με θέμα:
Από μια συμπεριληπτική εκπαίδευση για μια κοινωνία χωρίς αποκλεισμούς
Στην εκδήλωση μίλησαν:
Άννα Διαμαντοπούλου
(Πρόεδρος του ΔΙΚΤΥΟΥ για τη Μεταρρύθμιση στην Ελλάδα και την Ευρώπη)
Ανισότητες στην εκπαίδευση μέσα από τη διεθνή εμπειρία:
Αναπηρία, Φύλο, Μετανάστευση, Οικονομική Περιθωριοποίηση
Στέφανος Παραστατίδης
(Βουλευτής Κιλκίς, Υπεύθυνος ΚΤΕ Παιδείας του ΠΑΣΟΚ)
Συμπεριληπτική Εκπαίδευση:
Μια αλλαγή παραδείγματος στην εκπαιδευτική διαδικασία
Ηλίας Βασιλειάδης
(Επίκουρος Καθηγητής ΠΤΔΕ Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας)
Ένα σχολείο για όλους: Αλήθεια, γίνεται;
Σοφία Ηλιάδου – Τάχου
(Κοσμήτορας ΣΚΑΕΠ & Καθηγήτρια ΠΤΔΕ Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας)
Νέο Πρόγραμμα Προπτυχιακών Σπουδών στη Φλώρινα:
Παιδαγωγικό Τμ. Ειδικής και Συμπεριληπτικής Εκπαίδευσης
Την εκδήλωση άνοιξε με χαιρετισμό του ο Περιφερειάρχης Δυτικής Μακεδονίας Γιώργος Αμανατίδης.
Την εκδήλωση συντόνισε ο Επίκουρος Καθηγητής του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας Λάζαρος Λαβασίδης.

Σημεία ομιλίας Άννας Διαμαντοπούλου με θέμα:
«Ανισότητες στην εκπαίδευση μέσα από τη διεθνή εμπειρία:
Αναπηρία, Φύλο, Μετανάστευση, Οικονομική Περιθωριοποίηση»
Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου 2025 – ώρα 18:00 – Αίθουσα Πολλαπλών Χρήσεων του Δήμου Φλώρινας.
Ανισότητες στην Εκπαίδευση μέσα από τη διεθνή εμπειρία
Μια ολιστική προσέγγιση πολιτικής
Κυρίες και κύριοι,
όταν μιλάμε σήμερα για ανισότητες στην εκπαίδευση, δεν μιλάμε για ένα στενά παιδαγωγικό ζήτημα. Μιλάμε για το πώς οι κοινωνίες μας παράγουν ή περιορίζουν ανισότητες σε ολόκληρο τον κύκλο ζωής του ανθρώπου. Και αυτό είναι ένα βαθύτατα πολιτικό ερώτημα.
Θα ήθελα να προσεγγίσω το θέμα από τρεις διαφορετικές, αλλά αλληλένδετες εμπειρίες:
πρώτον, ως Επίτροπος για την Απασχόληση και τις Κοινωνικές Υποθέσεις,
δεύτερον, ως Υπουργός Παιδείας σε μια εξαιρετικά δύσκολη οικονομική συγκυρία,
και τρίτον, ως επικεφαλής της πανευρωπαϊκής επιτροπής για τη μεταρρύθμιση της κοινωνικής προστασίας.
1. Η εμπειρία της κοινωνικής πολιτικής: αναπηρία, φύλο, μετανάστευση
Στο χαρτοφυλάκιό μου ως Επιτρόπου υπήρχαν τρία πεδία που συχνά αντιμετωπίζονται αποσπασματικά: η αναπηρία, η ισότητα των φύλων και η ένταξη των μεταναστών.
Η διεθνής εμπειρία –και τα δεδομένα του ΟΟΣΑ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης– δείχνουν καθαρά ότι οι ανισότητες αυτές δεν λειτουργούν παράλληλα. Διασταυρώνονται.
Ένα παιδί με αναπηρία από φτωχό περιβάλλον.
Ένα κορίτσι μεταναστευτικής καταγωγής.
Ένα αγόρι που μεγαλώνει σε συνθήκες κοινωνικής επισφάλειας.
Όταν οι πολιτικές σχεδιάζονται σε «κουτάκια», αποτυγχάνουν να δουν την πραγματική ζωή. Και όταν η πολιτική αποτυγχάνει να δει τη ζωή όπως είναι, η παρέμβαση έρχεται αργά – και κοστίζει περισσότερο. Ως επίτροπος έφερα και ψηφίσθηκε η οδηγία για την κατάργηση των διακρίσεων.
2. Το μεγάλο συμπέρασμα της ευρωπαϊκής εμπειρίας: ο κύκλος ζωής
Το πιο κρίσιμο συμπέρασμα της επιτροπής για τη μεταρρύθμιση της κοινωνικής προστασίας ήταν ένα:
οι πολιτικές πρέπει να παρακολουθούν τον άνθρωπο σε όλη τη διάρκεια της ζωής του.
Από τη βρεφική ηλικία,
στην προσχολική και σχολική εκπαίδευση,
στη νεότητα και την εργασία,
στη σύνταξη και την τέταρτη ηλικία.
Και σε κάθε στάδιο, οι πολιτικές πρέπει να είναι οριζόντιες:
πώς αφορά η αναπηρία αυτή την ηλικία;
πώς αφορά η μετανάστευση;
πώς αφορά η φτώχεια;
Όχι ειδικές πολιτικές για «ειδικές ομάδες», αλλά καθολικές πολιτικές που λαμβάνουν υπόψη τη διαφορετικότητα. Αυτή η προσέγγιση δεν είναι μόνο πιο δίκαιη. Είναι και πιο αποτελεσματική. Η Έκθεση για την Μεταρρύθμιση του Κοινωνικού Κράτους
3. Γιατί η εκπαίδευση είναι το κεντρικό πεδίο
Αυτή η ολιστική προσέγγιση φαίνεται καθαρότερα στην εκπαίδευση. Και εκεί δοκιμάζεται.
Η διεθνής εμπειρία δείχνει κάτι πολύ σκληρό αλλά ειλικρινές:
όσο πιο αργά ξεκινάς να αντιμετωπίζεις τις ανισότητες, τόσο μικρότερα είναι τα αποτελέσματα.
Δεν μπορείς, όσο καλή κι αν είναι, μέσω της ανώτατης εκπαίδευσης να διορθώσεις πλήρως ανισότητες που έχουν παγιωθεί στη βρεφική και παιδική ηλικία. Υπάρχουν εξαιρέσεις – αλλά δεν χτίζεις πολιτική πάνω στις εξαιρέσεις.
Γι’ αυτό η προσχολική αγωγή, η έγκαιρη στήριξη και η συμπεριληπτική εκπαίδευση είναι η επένδυση με τη μεγαλύτερη κοινωνική απόδοση.
Το ηλεκτρονικό μητρώο, η πλατφόρμα το κτηριακό απόθεμα.
4. Όταν μιλάμε για ανισότητες, μιλάμε και για κόστος – και για απόδοση
Η διεθνής εμπειρία δεν μιλά μόνο με αρχές. Μιλά και με αριθμούς.
Μια ποιοτική θέση προσχολικής αγωγής κοστίζει, κατά μέσο όρο, 4.000 έως 6.000 ευρώ τον χρόνο ανά παιδί. Δεν πρόκειται για μικρό ποσό. Όμως η απόδοση αυτής της επένδυσης, σε βάθος ζωής, υπολογίζεται από έξι έως εννέα φορές το αρχικό κόστος.
Κάθε ευρώ που επενδύεται στη βρεφική και προσχολική ηλικία επιστρέφει στην κοινωνία μέσα από υψηλότερα εισοδήματα, χαμηλότερη ανεργία, λιγότερη σχολική διαρροή και μειωμένες κοινωνικές δαπάνες.
Αντίθετα, οι παρεμβάσεις που ξεκινούν μετά την εφηβεία κοστίζουν δύο έως τρεις φορές περισσότερο για να πετύχουν σαφώς μικρότερα αποτελέσματα. Όσο πιο αργά παρεμβαίνεις, τόσο πιο ακριβή και λιγότερο αποτελεσματική γίνεται η πολιτική.
5. Αναπηρία, μετανάστευση και το τίμημα της καθυστέρησης
Το ίδιο ισχύει και για την αναπηρία. Οι χώρες που επένδυσαν στη συμπεριληπτική εκπαίδευση, με υποστήριξη μέσα στο γενικό σχολείο, διαπίστωσαν ότι το συνολικό κόστος είναι χαμηλότερο από τον διαχωρισμό σε ειδικές δομές, αν συνυπολογίσουμε τη σχολική αποτυχία, τη μελλοντική ανεργία και τη μακροχρόνια εξάρτηση από κοινωνικές παροχές.
Με απλά λόγια: ο αποκλεισμός κοστίζει περισσότερο από την ένταξη.
Στον τομέα της μετανάστευσης, τα στοιχεία δείχνουν ότι οι μαθητές μεταναστευτικής καταγωγής υστερούν, κατά μέσο όρο, ένα έως ενάμισι σχολικό έτος σε βασικές δεξιότητες, όταν δεν υπάρχει έγκαιρη γλωσσική και κοινωνική υποστήριξη. Όπου η υποστήριξη παρέχεται νωρίς και μέσα στο γενικό σχολείο, το χάσμα μειώνεται έως και 40%. Όπου καθυστερεί, μεταφέρεται αργότερα στην αγορά εργασίας – με κόστος για τον ίδιο τον άνθρωπο και για την οικονομία.
Η έλλειψη θεσμικού πλαισίου για την συμπερίληψη, αποσπασματικές υποδομές και διορισμοί χωρίς στοχοθεσία και κάλυψη αναγκών, κτηριακό απόθεμα ειδικών σχολείων.
6. Συμπερίληψη και διακυβέρνηση: το ζήτημα της αποκέντρωσης
Υπάρχει όμως ένα κρίσιμο πολιτικό ερώτημα που δεν μπορούμε να αποφύγουμε:
μπορεί η πολιτική για τη συμπερίληψη να σχεδιάζεται και να εφαρμόζεται τόσο συγκεντρωτικά, όπως συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα;
Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η συμπερίληψη δεν λειτουργεί μόνο με κεντρικές αποφάσεις και εγκυκλίους. Αφορά διαφορετικές τοπικές κοινωνίες, άνισες συνθήκες και σύνθετες ανάγκες. Γι’ αυτό απαιτεί αποκέντρωση δομών, αποφάσεων και ευθυνών, μέσα σε ένα σαφές εθνικό πλαίσιο.
Η αποκέντρωση δεν σημαίνει αποδυνάμωση του κράτους. Σημαίνει επιτελικό κράτος:
το κέντρο θέτει στόχους, κανόνες και κριτήρια· η περιφέρεια και η τοπική κοινωνία έχουν πραγματικό ρόλο στην εφαρμογή, την προσαρμογή και τη συνεργασία.
Οι δομές αξιολόγησης και υποστήριξης πρέπει να είναι κοντά στο σχολείο, κοντά στην οικογένεια, κοντά στον πολίτη. Οι σχολικές μονάδες, οι δήμοι και οι περιφέρειες δεν μπορούν να είναι απλοί εκτελεστές. Πρέπει να έχουν ευθύνη και εργαλεία.
Όμως αποκέντρωση χωρίς αξιολόγηση δεν υπάρχει. Χρειάζονται σαφή εργαλεία, διαφάνεια και σύγκριση αποτελεσμάτων. Η ισότητα δεν επιτυγχάνεται όταν όλοι κάνουν το ίδιο, αλλά όταν όλοι κρίνονται με βάση το αποτέλεσμα.
Το ίδιο ισχύει και για τη χρηματοδότηση. Η συμπερίληψη απαιτεί στοχευμένη και ορισμένη χρηματοδότηση σε περιφερειακό επίπεδο, με βάση πραγματικά δεδομένα: φτώχεια, αναπηρία, μεταναστευτικό φορτίο, σχολική διαρροή.
Και όλα αυτά προϋποθέτουν ένα ενιαίο ηλεκτρονικό μητρώο, που να επιτρέπει την παρακολούθηση της διαδρομής των παιδιών –και αργότερα των ενηλίκων– που υφίστανται διακρίσεις. Όχι για έλεγχο, αλλά για να μη χάνεται κανείς στο σύστημα.
Χωρίς αποκέντρωση, αξιολόγηση, στοχευμένη χρηματοδότηση και ψηφιακή θεσμική μνήμη, η συμπερίληψη μένει σύνθημα. Διαβούλευση για νέο θεσμικό πλαίσιο
Με αυτά, γίνεται πολιτική ισότητας στην πράξη.
7. Και η Ελλάδα; Ένα απολύτως συγκεκριμένο παράδειγμα
Ας το κάνουμε απολύτως συγκεκριμένο.
Ας σκεφτούμε ένα παιδί που γεννιέται σήμερα στην Ελλάδα, σε οικογένεια χαμηλού εισοδήματος, με αυξημένο κίνδυνο αποκλεισμού – λόγω φτώχειας, αναπηρίας ή μεταναστευτικού υπόβαθρου.
Αν επενδύσουμε τώρα: αν αυτό το παιδί έχει πρόσβαση σε ποιοτική προσχολική αγωγή, σε έγκαιρη αξιολόγηση, σε υποστήριξη μέσα στο σχολείο και σε ένα συμπεριληπτικό εκπαιδευτικό περιβάλλον,
το κόστος αυτής της επένδυσης είναι περίπου 4.000 έως 5.000 ευρώ τον χρόνο, για δύο έως τρία κρίσιμα χρόνια.
Δηλαδή, μια συνολική επένδυση της τάξης των 10.000 έως 15.000 ευρώ.
Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι αυτή η επένδυση επιστρέφει έξι έως οκτώ φορές το αρχικό της κόστος.
Με απλά λόγια: 10.000 ευρώ σήμερα μπορούν να επιστρέψουν 60.000 ή και 80.000 ευρώ σε βάθος ζωής.
Αν δεν επενδύσουμε τώρα, αν το παιδί χαθεί μέσα στο σύστημα, το κόστος για την κοινωνία –χαμένα εισοδήματα, ανεργία, κοινωνικές παροχές– ξεπερνά τις 200.000 ευρώ σε βάθος ζωής.
Και αυτό το κόστος δεν φαίνεται σε έναν προϋπολογισμό. Φαίνεται στη χαμηλή παραγωγικότητα, στη διαιώνιση της φτώχειας, στην κοινωνική ανασφάλεια.
Τελικό συμπέρασμα
Άρα, το πραγματικό ερώτημα για την Ελλάδα δεν είναι αν έχουμε τα χρήματα για να επενδύσουμε στην ισότητα της εκπαίδευσης.
Το πραγματικό ερώτημα είναι αν μπορούμε να αντέξουμε το κόστος του να μην επενδύσουμε.
Το λέω αυτό μέσα από εμπειρία. Ως Επίτροπος είδα πώς οι κοινωνίες που επένδυσαν νωρίς μείωσαν ανισότητες. Ως Υπουργός Παιδείας, σε δύσκολες συνθήκες, είδα πόσο ακριβή είναι η καθυστέρηση. Και μέσα από τη δουλειά μου στην κοινωνική προστασία, είδα καθαρά ότι όταν χάνεις έναν άνθρωπο νωρίς, τον πληρώνεις αργότερα – και κοινωνικά και πολιτικά.
Οι ανισότητες στην εκπαίδευση δεν είναι φυσικό φαινόμενο.
Δεν είναι ατομική αποτυχία.
Είναι αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών.
Και γι’ αυτό μπορούν να αλλάξουν.
Αρκεί να έχουμε το θάρρος να επενδύσουμε νωρίς, να εμπιστευτούμε τους επιστήμονες τις τοπικές κοινωνίες, να αξιολογούμε με ειλικρίνεια και προδιαγραφές και να μην αφήνουμε κανέναν να χάνεται στο σύστημα.