Άρθρο Αννας Διαμαντοπούλου στα ΝΕΑ: Αν ζούσε, ο Κώστας Σημίτης

Δεν είναι εύκολο – ούτε αυτονόητο – να αποδώσεις τις σκέψεις ενός ανθρώπου που σημάδεψε την πολιτική ιστορία με τη σκέψη του, τη γραφή του και τη στάση του. Δεν θα μπορούσα να ισχυριστώ ότι γνωρίζω «τι θα έλεγε». Αυτό που μπορώ, να κάνω είναι κάτι πιο ταπεινό και ταυτόχρονα πιο τίμιο: να επιστρέψω στα ίχνη που ο ίδιος άφησε.

Να διατρέξω τις σελίδες των βιβλίων του. Να ξαναδιαβάσω τις  συνεντεύξεις και τις παρεμβάσεις του. Να ανασύρω από τη μνήμη μου συζητήσεις. Να θυμηθώ τον τρόπο που διατύπωνε τη θέση του, πάντοτε με ακρίβεια.

Θυμάμαι ακόμη ένα  σημείωμα που μου έγραψε, όταν παρουσίασα το πρώτο μου βιβλίο: «Χαίρομαι που υπηρετείς και τον γραπτό λόγο, γιατί μόνο ο προφορικός λόγος φεύγει σαν πυροτέχνημα». Σήμερα, βέβαια, ακόμη και ο προφορικός λόγος μένει – μέσα από βίντεο. Όμως ο γραπτός λόγος, τον οποίο ο Κώστας Σημίτης υπηρέτησε όσο κανένας άλλος πρωθυπουργός στη σύγχρονη ελληνική ιστορία, είναι εκείνος που αναλύει, τεκμηριώνει, αφήνει παρακαταθήκη, διαπαιδαγωγεί.

Ας δούμε λοιπόν πως η πνευματική κληρονομιά ενός ανθρώπου επιτρέπει το παρελθόν να επικοινωνήσει με το παρόν και το μέλλον που είχε ο ίδιος προβλέψει.

Η προσέγγιση του για τη μεγάλη εικόνα , το διεθνές περιβάλλον, τις ΗΠΑ και την Ουκρανία βασιζόταν σε βαθειά γνώση, στενή παρακολούθηση και ματιά που μπορούσε να δει τον κόσμο με τα μάτια της Ελλάδας, αλλά και το αντίστροφο.

Θα ξεκινούσε από μια ψύχραιμη αλλά αυστηρή διαπίστωση: βρισκόμαστε σε μια εποχή όπου οι αυταπάτες τελειώνουν γρήγορα. Ο πόλεμος στην Ουκρανία δεν δημιούργησε τη γεωπολιτική αστάθεια, την αποκάλυψε. Ανέδειξε τα όρια της Ευρώπης ως πολιτικού παράγοντα και ταυτόχρονα τη νέα πραγματικότητα των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι ΗΠΑ παραμένουν αναγκαίος και ιστορικός σύμμαχος, αλλά η στρατηγική τους καθορίζεται πρωτίστως από εσωτερικούς συσχετισμούς και τον παγκόσμιο ανταγωνισμό με την Κίνα. Η Ευρώπη δεν μπορεί να στηρίζει την ασφάλειά της στην υπόθεση μιας μόνιμα σταθερής αμερικανικής στάσης. Όσον αφορά τον πόλεμο στην Ουκρανία η θέση του ήταν σαφής και παραμένει ισχυρή: η υπεράσπιση της εδαφικής της ακεραιότητας είναι ζήτημα αρχής και ευρωπαϊκής ασφάλειας. Όμως η αλληλεγγύη χωρίς ευρωπαϊκή στρατηγική που αφορά και την υπεράσπιση των ευρωπαϊκών συνόρων, δεν αρκεί. Μια Ένωση που περιορίζεται στον ρόλο του χρηματοδότη ή του παθητικού συμμάχου παραμένει θεατής των εξελίξεων και μακροπρόθεσμα εξασθενεί. Ο Κ. Σημίτης ανήκει στους ελάχιστους Έλληνες που μελέτησαν την έκθεση του Μάριο Ντράγκι! Είμαι σίγουρη ότι θα επέμενε στην υλοποίηση ως εργαλείο στα χέρια των Ευρωπαίων γιατί χωρίς κοινή εξωτερική πολιτική, χωρίς επενδύσεις στη βιομηχανία και την τεχνολογία, η Ευρώπη θα συνεχίσει να χάνει ισχύ. Είχε προτείνει ο ίδιος από το 2003 μια θεσμική μετεξέλιξη για  την Κοινή Αμυντική πολιτική και στρατηγική αυτονομία μέσα από τη δυνατότητα που δίνει η Συνθήκη για ενισχυμένες συνεργασίες για όσα κράτη θέλουν και μπορούν να προχωρήσουν ταχύτερα. Αυτό που συμβαίνει ήδη με το Ευρώ και την συνθήκη Σένγκεν. Θα κατέθετε προτάσεις για την αρχιτεκτονική της Ευρώπη η οποία μέσα σ’ αυτό τον καταιγισμό δεν μπορεί να παραμείνει ακίνητη. Μια Ευρωπαϊκή Επιτροπή ως αυθεντική ευρωπαϊκή κυβέρνηση, ένα Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με πραγματική νομοθετική ισχύ, ένα Συμβούλιο Υπουργών ως Άνω Βουλή. Επικεφαλής όλων το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο με Πρόεδρο και Υπουργό Εξωτερικών θα συμβολίζουν τη νέα ευρωπαϊκή οντότητα. Στην εποχή των μεγάλων ανισοτήτων θα έθετε ξανά το θέμα της σύγκλισης  μεταξύ των Περιφερειών και εντός των κοινωνιών με βάση τα νέα δεδομένα της κλιματικής αλλαγής και του ψηφιακού μετασχηματισμού.

Σκύβοντας πάνω στην ελληνική πραγματικότητα το αγροτικό ζήτημα, τις επιδοτήσεις, την αδυναμία σύγκλισης με το μέσο ευρωπαϊκό όρο θεωρώ ότι θα επικαλούνταν την εμπειρία του 40 χρόνια πριν όταν ο ίδιος υπήρξε Υπουργός Γεωργίας. Είχε προχωρήσει σε αποκέντρωση, συνεχή προσωπική παρακολούθηση , απλοποίηση των διαδικασιών, με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν καθυστερήσεις στις επιδοτήσεις και να κυλούν όλα ομαλά.

Όμως η μεγάλη αυστηρότητα της υπηρεσίας προκάλεσε τριβές με όσους επιδίωκαν να εισπράττουν επιδοτήσεις παρουσιάζοντας εικονικές παραγωγές. Το συνηθέστερο επιχείρημα αυτών των παραγωγών ήταν ότι τα λεφτά που ζητούσαν θα ωφελούσαν τη χώρα. (Αυτό που διατυπώθηκε πρόσφατα  στη Βουλή για την Εθνική φανέλα) Κατ’ αυτούς, το υπουργείο, επιμένοντας στην ειλικρίνεια των δηλώσεων, λειτουργούσε σε βάρος των ελληνικών συμφερόντων. Επρόκειτο για την ίδια νοοτροπία που οδήγησε αργότερα στο σύνθημα «Όλα τα κιλά, όλα τα λεφτά». Αδιαφορούσαν για την αρνητική εντύπωση που προκαλούσε η συμπεριφορά τους, όπως και για τα πρόστιμα που πιθανότατα η χώρα θα υποχρεωνόταν να πληρώσει.

Είναι λοιπόν προφανές ότι στον  ΟΠΕΚΕΠΕ θα έβλεπε μια κλασική εκδοχή του πελατειακού κράτους: πόροι χωρίς κανόνες, έλεγχοι χωρίς ανεξαρτησία  και ένα σύστημα που μεταθέτει διαρκώς τις ευθύνες. Με αφορμή τις αρνητικές επιδόσεις στους κοινωνικούς και οικονομικούς δείκτες θα αποδείκνυε ότι το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη πόρων ή ευκαιριών, αλλά η αδυναμία σχεδιασμού και εφαρμογής πολιτικών σε βάθος χρόνου. Θα επαναλάμβανε ότι ο ιστορικά ζητούμενος και πάντα διακοπτόμενος εκσυγχρονισμός δεν είναι τεχνικές βελτιώσεις, δεν είναι κρατικές παροχές και ρυθμιστικές παρεμβάσεις από πάνω, αλλά προϋποθέτει επιμονή στις αρχές και τις αξίες που αφορούν την ανάπτυξη και την συμμετοχή της κοινωνίας με δικαιοσύνη, γιατί ο εκσυγχρονισμός είναι με και για την κοινωνία.

Τέλος χρησιμοποιώντας τους τίτλους των βιβλίων του θα έλεγα ότι αν ζούσε θα μας έδειχνε Δρόμους Ζωής που θα οδηγούσαν σε μια Ελλάδα οικονομικά Ισχυρή και κοινωνικά Δίκαιη στην Ευρώπη και στον κόσμο με Εθνική Στρατηγική και μακριά από τον εθνικιστικό λαϊκισμό.