ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ ΜΕ
ΣΤΑ SOCIAL MEDIA

Άρθρο Αννας Διαμαντοπούλου στα ΝΕΑ: Θεσμική επανεκκίνηση ή χαμένη ευκαιρία

Το Σύνταγμα είναι η θεσμική απάντηση σε ένα αίτημα που διατρέχει την ανθρώπινη ιστορία και αγγίζει όλες τις ψυχές: Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφοσύνη, που στη σύγχρονη δημοκρατική τους μετάφραση σημαίνουν: Δημοκρατία, Κράτος Δικαίου, Κοινωνικό Κράτος.

Στη πολιτική διαδρομή ενός έθνους έρχονται στιγμές που η συνταγματική αναθεώρηση παύει να είναι επιλογή και γίνεται αναγκαιότητα.

Σήμερα, μετά από μια μακρά περίοδο μνημονίων, κρίσεων και θεσμικής φθοράς, αλλά και μέσα σε ένα νέο περιβάλλον που διαμορφώνεται από την τεχνητή νοημοσύνη και την κλιματική αλλαγή, το Σύνταγμα καλείται να απαντήσει ξανά στο θεμελιώδες ερώτημα του κοινωνικού συμβολαίου: πώς οργανώνεται η εξουσία, πώς προστατεύονται οι ελευθερίες, πώς διασφαλίζεται η ισότητα.

Πρώτο κρίσιμο ερώτημα: πότε απαιτείται μια βαθιά συνταγματική αναθεώρηση;

Όχι όταν επιδιώκονται αποσπασματικές αλλαγές, αλλά όταν είναι αναγκαία μια θεσμική επανεκκίνηση. Μια αναδιάταξη που ξεκινά απο το Σύνταγμα και επεκτείνεται στην αρχιτεκτονική της εξουσίας και στη λειτουργία των κομμάτων.

Σήμερα υπάρχουν πολύ σοβαρά ζητήματα που αφορούν στην εξισορρόπηση των εξουσιών και στην αποτελεσματική αποκέντρωση της χώρας.

Ποιο συγκεκριμένα:

Ο ρόλος του Προέδρου της Δημοκρατίας. Το πρωθυπουργοκεντρικό μοντέλο έχει οδηγήσει σε υπερσυγκέντρωση εξουσίας και αποδυνάμωση των θεσμικών αντιβάρων, η Βουλή λειτουργεί ως επικυρωτικό όργανο. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας πρέπει να αποκτήσει ουσιαστικό θεσμικό ρόλο.

Δεύτερον, η ουσιαστική αποκέντρωση. Η Ελλάδα παραμένει το πιο συγκεντρωτικό κράτος της Ευρώπης. Χωρίς ουσιαστική μεταφορά αρμοδιοτήτων και πόρων στην περιφέρεια, καμία δημοκρατική μεταρρύθμιση δεν μπορεί να έχει τα προσδοκόμενα αποτελέσματα.

Δεύτερο ερώτημα: πώς ορίζεται η συναίνεση σε μια μεγάλη αναθεώρηση;

Η συναίνεση προϋποθέτει οργανωμένη διαβούλευση με κόμματα, πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα, κοινωνικούς φορείς και πολίτες. Το Σύνταγμα δεν είναι υπόθεση μόνο των ειδικών. Στο κοινοβουλευτικό επίπεδο, η ουσιαστική συναίνεση πρέπει να επιτευχθεί στην αναθεωρητική Βουλή με πλειοψηφία 181 βουλευτών, ώστε η διατύπωση των άρθρων να αποτελεί προϊόν συμφωνίας και όχι μονομερή κυβερνητική επιλογή.

Τρίτο ερώτημα: Στη σημερινή ρευστή πολιτική κατάσταση υπάρχει κίνδυνος ματαίωσης της Αναθεώρησης;

Η πλειοψηφούσα άποψη των ειδικών είναι καθαρή. Αναθεωρητική είναι η Βουλή που παρέχει ψήφο εμπιστοσύνης και στηρίζει κυβέρνηση, όχι εκείνη που διαλύεται επειδή αδυνατεί να την αναδείξει. Συνεπώς, η πρώτη Βουλή μετά τις εκλογές που συγκροτεί κυβέρνηση έχει πλήρη συνταγματική αρμοδιότητα να προχωρήσει στην αναθεώρηση.

Τέταρτο και καθοριστικό ερώτημα: γιατί αφορά τον πολίτη;

Εδώ υπάρχει ευθύνη των πολιτικών να εξηγήσουν ότι η αναθεώρηση του Συντάγματος αφορά άμεσα τη ζωή των πολιτών.

Το άρθρο 86, για την ευθύνη των υπουργών, αφορά την ισότητα όλων απέναντι στον νόμο και τη λογοδοσία της εξουσίας.

Το άρθρο 90 αφορά την πραγματική ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και την εμπιστοσύνη του πολίτη στη δικαστική κρίση.

Το άρθρο 16 αφορά τη σωστή και προς όφελος της χώρας λειτουργία των μη κρατικών, μη κερδοσκοπικών πανεπιστημίων.

Το άρθρο 110 καθορίζει αν η συναίνεση θα είναι ουσιαστική ή προσχηματική. Όλα αυτά και πολλά που θα τεθούν στο δημόσιο διάλογο αφορούν την δημοκρατία, την δικαιοσύνη, την ισότητα και τελικά την ποιότητα της ζωής μας. Αφορούν στο αν οι νέοι μπορούν να πιστέψουν ότι σε αυτή τη χώρα υπάρχει ισονομία, αξιοκρατία και ισοπολιτεία.

Η συνταγματική αναθεώρηση δεν είναι άσκηση νομικής τεχνικής. Είναι πολιτική πράξη ευθύνης. Και αυτή τη φορά, δεν πρέπει να χαθεί.