ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ ΜΕ
ΣΤΑ SOCIAL MEDIA

Άρθρο Αννας Διαμαντοπούλου στο Βήμα της Κυριακής: «Ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα: Επιτάχυνση με όλους για όλους»

Τι εννοούμε εν τέλει όταν μιλάμε για ανταγωνιστικότητα της ΕΕ;

Είναι η ικανότητά της να εκσυγχρονίζει συνεχώς τη βιομηχανία της, να έχει καινοτομία, νέα προϊόντα με παγκόσμια απήχηση και προσιτές τιμές, να προσαρμόζει την αγροτική της παραγωγή, να συνδέει έρευνα με οικονομία και βεβαίως να στηρίζει το κοινωνικό της μοντέλο. Όταν η ανταγωνιστικότητα υποχωρεί –όπως συμβαίνει σήμερα– η Ευρώπη χάνει έδαφος στις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας (από την έρευνα, την παραγωγή μέχρι την πώληση)  πιέζεται δημοσιονομικά και αποδυναμώνεται πολιτικά και γεωπολιτικά.

Σήμερα λοιπόν η συζήτηση για την ανταγωνιστικότητα αφορά στο αν η Ευρώπη μπορεί να παραμείνει οικονομική δύναμη με κοινωνικό και πολιτικό βάθος σε έναν κόσμο τεχνολογικής επιτάχυνσης, γεωπολιτικών ανακατατάξεων και έντονης δημογραφικής πίεσης. Οι παρεμβάσεις των τελευταίων ετών – και ιδίως οι εκθέσεις του Mario Draghi και του Enrico Letta– έθεσαν το ζήτημα εκεί που πραγματικά ανήκει: στον πυρήνα της ευρωπαϊκής στρατηγικής και της θεσμικής συγκρότησης.

Ο Ντράγκι είναι απολύτως σαφής. Το χάσμα παραγωγικότητας και επενδύσεων μεταξύ Ευρώπης και βασικών ανταγωνιστών της δεν είναι συγκυριακό, είναι δομικό. Η Ευρώπη επενδύει λιγότερο, κινείται πιο αργά και δυσκολεύεται να μετατρέψει την επιστημονική γνώση και την καινοτομία σε παραγωγική ισχύ μεγάλης κλίμακας. Δεν της λείπει το ανθρώπινο κεφάλαιο, της λείπουν η ενοποίηση των κεφαλαιαγορών, η απλοποίηση των κανόνων και τα εργαλεία που κινητοποιούν ιδιωτικά και δημόσια κεφάλαια σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ενώ η ευρωπαϊκή γραφειοκρατία επικάθεται των εθνικών γραφειοκρατιών δημιουργώντας πολλές φορές τείχη στη δημιουργικότητα και την καινοτομία.

Χωρίς επενδυτικό άλμα, η ανταγωνιστικότητα παραμένει ρητορική.

Η έκθεση Λέτα έχει μια πολύ έντονη πολιτική διάσταση. Η Ευρώπη δεν μπορεί να περιοριστεί στη λειτουργία μιας μεγάλης αγοράς. Χρειάζεται στρατηγική ισχύ και συνοχή.

Γι’ αυτό και η «πέμπτη ελευθερία» που προτείνεται δεν είναι τεχνική, αλλά βαθιά πολιτική: το δικαίωμα κάθε Ευρωπαίου να μπορεί να ζει, να εργάζεται και να προοδεύει στον τόπο του, χωρίς η κινητικότητα να γίνεται αναγκαστική φυγή. Η ανταγωνιστικότητα, σε αυτή την οπτική, δεν μετριέται μόνο σε επενδύσεις και προϊόντα, αλλά και στη γεωγραφική και κοινωνική της κατανομή.

Η ανησυχία αυτή αποτυπώνεται πλέον καθαρά και στο επίπεδο των κρατών-μελών. Πρόσφατα οι έξι μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιχειρούν να δώσουν τον τόνο της επιτάχυνσης. Δεν είναι τυχαίο ότι τόσο ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Christian Lindner όσο και ο Γάλλος ομόλογός του Bruno Le Maire μιλούν ανοιχτά για ενοποίηση των κεφαλαιαγορών, κοινά επενδυτικά εργαλεία, λιγότερη γραφειοκρατία και πιο φιλόδοξη ευρωπαϊκή βιομηχανική πολιτική. Το μήνυμα είναι σαφές: «αποφασίστε, προχωρήστε γιατί χανόμαστε».

Κατανοώ το κίνητρο των έξι κρατών – μελών. Η Ευρώπη πράγματι καθυστερεί και ο κόσμος δεν περιμένει. Η συμμαχία των ΕΞΙ είναι ένα σύμπτωμα μιας Ευρώπης που:

  • φοβάται την αδράνεια περισσότερο από την διάσπαση ,
  • μετακινείται από την συναίνεση στην ισχύ,
  • δοκιμάζει νέα σχήματα ηγεσίας.

Δεν ακόμα η λύση είναι όμως σήμα συναγερμού . Η ίδια η Πρόεδρος της Επιτροπής Ursula von der Leyen δίνει μια μορφή νομιμοποίησης στο μοντέλο αυτό με πρώτη μεγάλη κίνηση τον Μάρτιο τον 28ο Νομικό Κανόνα*. Εδώ βρίσκεται η κρίσιμη πολιτική γραμμή: η ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα και η στρατηγική αυτονομία δεν μπορεί να γίνουν από ένα κλειστό κλαμπ ισχυρών. Πρέπει να προχωρήσουμε με όλους όσους θέλουν και μπορούν, αλλά όσοι θέλουν και δεν μπορούν πρέπει να βοηθηθούν.

Διαφορετικά, η επιτάχυνση θα σφραγίσει την διαφοροποίηση: ένα κέντρο που επενδύει και αποφασίζει και μια περιφέρεια που ακολουθεί. Και μια τέτοια Ευρώπη δεν χάνει μόνο σε συνοχή, υπονομεύει το ίδιο της το πολιτικό κεφάλαιο.

Η ανταγωνιστικότητα δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τα μεγάλα κοινωνικά ζητήματα της εποχής. Η τεχνητή νοημοσύνη, οι αλλαγές στην εργασία, η πράσινη μετάβαση και το δημογραφικό μετασχηματίζουν τις κοινωνίες μας. Αν το κοινωνικό κράτος παραμείνει σχεδιασμένο για τον 20ό αιώνα, η οικονομική μετάβαση θα βιωθεί ως απειλή. Χρειάζεται ένα κοινωνικό κράτος ενεργό και μεταρρυθμισμένο: Το σύνθημα είναι κοινωνικές  επενδύσεις δηλ. επένδυση σε δεξιότητες, επανακατάρτιση σε μεγάλη κλίμακα (σοβαρή και όχι μασκαρεμένη), δια βίου μάθηση, στήριξη της οικογένειας και της φροντίδας, δίκαιη κατανομή του κόστους της πράσινης μετάβασης. Χωρίς αυτή τη διάσταση, η ανταγωνιστικότητα χάνει τη νομιμοποίησή της.

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και το στρατηγικό άνοιγμα της Ευρώπης προς την Ινδία. Η επανεκκίνηση των συνομιλιών ΕΕ–Ινδίας δεν είναι απλώς εμπορική επιλογή. Είναι προσπάθεια διαφοροποίησης αλυσίδων αξίας, πρόσβασης σε αγορές τεχνολογίας και ενέργειας και οικοδόμησης ισορροπημένων συμμαχιών σε έναν πολυκεντρικό κόσμο. Η ευρωπαϊκή αυτονομία δεν χτίζεται με απομόνωση, αλλά με έξυπνες συνεργασίες που λαμβάνουν υπόψη το σύνολο των συμφερόντων των λαών της Ευρώπης.

Τι σημαίνουν για την Ελλάδα οι εξελίξεις στο θέμα της ανταγωνιστικότητας στην Ευρωπαϊκή Ένωση;

Η μη συμμετοχή της στους Έξι σημαίνει ότι κινδυνεύει να βρεθεί  μπροστά σε τετελεσμένα, χρειάζεται στρατηγική συμμαχιών όχι απλή παρακολούθηση γιατί το κρίσιμο ερώτημα για την επιτάχυνση της ανταγωνιστικότητας είναι ποιοι γράφουν τον πρώτο γύρο των κανόνων και ποιοι απλώς προσαρμόζονται.

Το στοίχημα δεν είναι μόνο αν η ΕΕ θα τρέξει πιο γρήγορα αλλά αν θα τρέξουμε όλοι μαζί!

*Ο 28ος κανόνας λειτουργεί ως ένα επιπλέον στα 27 νομικά συστήματα ευρωπαϊκό καθεστώς. Αφορά επιχειρήσεις , επενδυτές , χρηματοπιστωτικά προϊόντα , startup